Η Σύρος

Η Σύρος είναι νησί των Κυκλάδων. Πρωτεύουσά της είναι η Ερμούπολη, η οποία είναι πρωτεύουσα της Περιφέρειας Νότιου Αιγαίου αλλά και του πρώην Νομού Κυκλάδων. Η Σύρος αναπτύχθηκε ιδιαίτερα μετά το 1826, όταν εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τα Ψαρά, τη Χίο, την Κρήτη και τη Μικρά Ασία. Υπήρξε ναυτικό, βιομηχανικό και πολιτιστικό κέντρο του νέου ελληνικού κράτους.

Η Σύρος βρίσκεται στο κεντρικό σημείο των Κυκλάδων και απέχει 83 ναυτικά μίλια από τον Πειραιά και 62 από τη Ραφήνα. Η έκτασή της είναι 84,069 τ.χλμ..

Γειτνιάζει με αρκετά νησιά του κυκλαδίτικου συμπλέγματος. Στα βόρεια βρίσκεται η Άνδρος, βορειοανατολικά η Τήνος και ανατολικά η Μύκονος καθώς και τα μικρά νησιά της Δήλου και της Ρήνειας. Βορειοδυτικά βρίσκονται η Κέα και η Γυάρος, δυτικά η Κύθνος και νοτιοδυτικά η Σέριφος. Στα νότια βρίσκονται η Σίφνος, η Αντίπαρος, η Πάρος και η Νάξος.

Το βόρειο μέρος της Σύρου, που ονομάζεται Απάνω Μεριά, είναι ορεινό και κατοικείται από ελάχιστους κατοίκους. Το τμήμα αυτό του νησιού έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι διαφέρει μορφολογικά από το υπόλοιπο. Είναι το μοναδικό μέρος που έχει ασβεστολιθικά πετρώματα, σε αντίθεση με το υπόλοιπο νησί που καλύπτεται από ηφαιστειακά πετρώματα. Διαθέτει λίγους δρόμους και σηματοδοτημένα μονοπάτια αλλά περιέχει τοπία με βράχια, γεφυράκια και σπηλιές. Από αυτά τα μονοπάτια γίνεται η πρόσβαση στις βόρειες παραλίες της Σύρου (Γράμματα, Λία, Αετός, Βαρβαρούσα) που λόγω της έλλειψης δρόμων, είναι ερημικές και ιδανικές για απομόνωση και ηρεμία. Το νότιο μέρος είναι πεδινό και εκεί βρίσκονται τα περισσότερα χωριά και οι πιο γνωστές παραλίες του νησιού. Οι οικισμοί εκεί είναι ανεπτυγμένοι τουριστικά, ενώ και το οδικό δίκτυο είναι άριστο. Η πρωτεύουσα Ερμούπολη βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νησιού.

Προϊστορία

Η Σύρος είχε κατοικηθεί ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους (3η χιλιετία π.Χ.), όπως αποδεικνύουν ευρήματα στις περιοχές Χαλανδριανή και Καστρί. Ειδικά στη Χαλανδριανή βρέθηκαν περισσότεροι από 600 τάφοι με κτερίσματα, ενώ στο Καστρί βρέθηκε οχυρωμένος οικισμός με σημαντική αστική και εμπορική δραστηριότητα. Επίσης, ορισμένα ευρήματα πείθουν για την ύπαρξη εργαστηρίων μεταλλοτεχνίας και μαρτυρούν για τις σχέσεις της Σύρου με τα παράλια της Μικρασίας την εποχή εκείνη. Από τις έρευνες εντοπίστηκαν ίχνη εγκαταστάσεων και σε άλλα σημεία του νησιού.

Στη διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ., η Σύρος φαίνεται ότι πέρασε διαδοχικά υπό τον έλεγχο των Φοινίκων, της μινωικής Κρήτης, των Μυκηνών και τέλος, στις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ., των Ιώνων. Στην Οδύσσεια αναφέρεται ως Συρίη, πλησίον της Δήλου.

Ίχνη οικισμών του 7ου αιώνα π.Χ. βρέθηκαν στον λόφο της Αγίας Πακούς στον Γαλησσά καθώς και στα δυτικά της Ερμούπολης. Τον 6ο αιώνα π.Χ., όταν η Σύρος είχε καταληφθεί από τους Σάμιους, γεννήθηκε στο νησί ο φυσικός φιλόσοφος Φερεκύδης, που αργότερα εγκαταστάθηκε στη Σάμο και υπήρξε δάσκαλος του Πυθαγόρα. Θεωρείται εφευρέτης του ηλιοτροπίου, του πρώτου ηλιακού ρολογιού. Το όνομα του έχει δοθεί σε δύο σπήλαια του νησιού, ένα στο ανατολικό τμήμα (Ρηχωπού), και ένα άλλο στην Αληθινή. Επίσης, το διάστημα 6ου και 3ου αιώνα π.Χ. χρονολογούνται τα ίχνη αγροτικών οικισμών σε διάφορα μέρη του νησιού.

Κλασική και Ελληνιστική εποχή

Την εποχή της ακμής του κλασικού κόσμου, η Σύρος είχε δευτερεύουσα σημασία, εντάχθηκε πάντως στην Αθηναϊκή συμμαχία. Αποτέλεσε αυτόνομο κρατίδιο με βουλή, δήμο και αργυρό νόμισμα, κατέβαλλε όμως φόρο υποτελείας στους Αθηναίους. Μετά τη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) οι Κυκλάδες υποτάχθηκαν στους Μακεδόνες.

Η ανάκαμψη της Σύρου εντοπίζεται στους ελληνιστικούς χρόνους όπου βρέθηκαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στην Αληθινή, πιθανόν από ναό αφιερωμένο στους Καβείρους. Τέτοιος ναός έχει βρεθεί και στον Γαλησσά, ενώ άλλα λείψανα στα βόρεια του νησιού (Γράμματα) υποδεικνύουν την ύπαρξη ιερού του Ασκληπιού.

Ρωμαϊκή και Βυζαντινή περίοδος

Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους (184 π.Χ.-324 μ.Χ.), η πρωτεύουσα της Σύρου βρισκόταν στη θέση της σημερινής Ερμούπολης. Τα λείψανα της πρωτεύουσας και τα νομίσματα της Σύρου μαρτυρούν ανάπτυξη. Κυκλοφορία χάλκινων νομισμάτων εντοπίζεται στο νησί από τον 3ο αιώνα π.Χ, ενώ είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η κοπή αργυρών νομισμάτων τον 2ο αιώνα π.Χ..

Τη βυζαντινή περίοδο η απειλή της πειρατείας είχε ως αποτέλεσμα ο κόσμος να εγκαταλείψει τα μικρά και απροστάτευτα νησιά (όπως η Σύρος). Ίχνη εγκαταστάσεων στην ενδοχώρα μαρτυρούν ωστόσο ότι το νησί δεν είχε εγκαταλειφθεί εντελώς. Στους βυζαντινούς χρόνους η χριστιανική πλέον Σύρος, μαζί με τα άλλα κυκλαδονήσια, αποτελεί τμήμα του θέματος του Αιγαίου, που διοικείται από Στρατηγό και αργότερα Δούκα. Την εποχή εκείνη στα έγγραφα αναφέρεται ως Suda.

Το 1204 με την επικράτηση των Βενετών στο Αιγαίο, δημιουργήθηκε ο πρώτος αξιόλογος οικισμός, η Άνω Σύρος, οι κάτοικοι της οποίας ασπάστηκαν τον Καθολικισμό, διατήρησαν όμως την ελληνική γλώσσα. Διατηρήθηκε επίσης μια μικρή ενορία ορθοδόξων, του Αγίου Νικολάου «του Φτωχού».

Οθωμανική περίοδος

Η κατάσταση διατηρήθηκε ως το 1579, όταν ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα κατέλαβε το νησί για λογαριασμό της Πύλης. Όμως ο σουλτάνος Μουράτ ο Γ' συμφώνησε με τους συριανούς άρχοντες στην παραχώρηση μιας σειράς προνομίων (όπως χαμηλότερη φορολόγηση, απαγόρευση της εγκατάστασης γενιτσάρων και θρησκευτική ελευθερία) που επρόκειτο να συμβάλουν καθοριστικά στο μέλλον του νησιού. Καπουτσίνοι μοναχοί (1635) και έπειτα Ιησουίτες (1744) εγκαταστάθηκαν στη Σύρο τους επόμενους αιώνες.

Μετά την επιδημία πανούκλας που έπληξε τη Σύρο το 1728, άρχισε μια περίοδος οικονομικής ανάκαμψης που κορυφώθηκε στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα. Το ιδιαίτερο καθεστώς των νησιών επέτρεψε παράλληλα την ανάπτυξη της αυτοδιοίκησης. Η Σύρος, μαζί με την Άνδρο, παραχωρήθηκε το 1779 από τον σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Α΄ στην ανιψιά του, τη Σαχ Σουλτάνα, η οποία εκχώρησε τη διοίκηση του νησιού στα τοπικά όργανα, δηλαδή τη συνέλευση του «Κοινού» (Κοινότητας) και τους εκλεγμένους από αυτήν Επιτρόπους.

Μεταξύ 1750 και 1820 ο πληθυσμός του νησιού διπλασιάστηκε, από 2.000 σε 4.000 κατοίκους περίπου και εντοπιζόταν κυρίως στον οικισμό της Άνω Σύρου. Η πειρατεία περιορίστηκε και η εμπορική κίνηση στο λιμάνι αυξήθηκε. Παράλληλα, αρκετοί κάτοικοι άρχισαν να επιδίδονται στο εμπόριο του κρασιού, ενώ άλλοι στη ναυτιλία.

Η τεράστια ανάπτυξη της Ερμούπολης

Ήδη το 1828 οι κάτοικοι της Ερμούπολης ανέρχονταν σε 14.000 περίπου συνθέτοντας το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας, ενώ πολύ γρήγορα η Ερμούπολη έγινε το μεγαλύτερο βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο της ελεύθερης Ελλάδας, φτάνοντας το 1850 τους 20.000 κατοίκους και το 1889 τους 22.000.

Μαζί με το εμπόριο αναπτύχθηκαν οι βιοτεχνίες, η ναυτιλία, η οικοδομική και τα δημόσια έργα. Το συριανό ναυπηγείο πρωτοστάτησε στην ανασυγκρότηση του ελληνικού εμπορικού στόλου, που είχε καταστραφεί κατά τον πόλεμο. Η βυρσοδεψία αναπτύχθηκε θεαματικά και τα συριανά σολοδέρματα εξάγονταν στα Βαλκάνια και την Τουρκία. Τεχνίτες και τεχνικές παραδόσεις από όλη την ανατολική Μεσόγειο διασταυρώθηκαν στο νησί, ενώ το 1860 η Σύρος ήταν το πρώτο εμπορικό λιμάνι της Ελλάδας.

Παράλληλα οι Ερμουπολίτες, εύποροι και καλλιεργημένοι, φρόντισαν να δώσουν στην πόλη τους μια πνευματική ακτινοβολία πρωτόγνωρη για τα δεδομένα της εποχής. Δέκα δημόσια σχολεία και οκτώ ιδιωτικά, αγοριών και κοριτσιών, φημίζονταν για το υψηλό τους επίπεδο. Το ιστορικό 1ο Γυμνάσιο Ερμούπολης με πρώτο γυμνασιάρχη τον Νεόφυτο Βάμβα κτίστηκε χάρη στις εισφορές των πλουσιότερων αστών και εγκαινιάστηκε το 1833, ενώ το θέατρο Απόλλων λειτούργησε το 1864 φιλοξενώντας δεκάδες παραστάσεις ελληνικών και ξένων θιάσων κάθε χρόνο. Όλος αυτός ο πλούτος βοήθησε στην πρόταση της Σύρου ως πρωτεύουσας της Νεότερης Ελλάδος, κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε διότι η υποψηφιότητα του Ναυπλίου ήταν πιο ισχυρή.

Λέσχες, σύλλογοι, καφενεία με μουσική, 4-5 εφημερίδες (η πρώτη, η Ελληνική Μέλισσα, εκδόθηκε το 1831) και πλούσια εκδοτική δραστηριότητα είναι μερικά δείγματα της πολιτιστικής άνθησης της πόλης, ενώ από τις θέσεις των δημάρχων και των δημοτικών συμβούλων πέρασαν οι επιφανέστεροι οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες του τόπου.

Αρχή της πτώσης - Κατοχή

Με την ανατολή του 20ου αιώνα και τη διαρκή ανάπτυξη της Αθήνας και του Πειραιά, πολλοί συριανοί βιομήχανοι, έμποροι και τραπεζίτες μετακόμισαν στην πρωτεύουσα, μεταφέροντας σιγά σιγά εκεί και τη δραστηριότητά τους. Η ανάπτυξη της ατμοπλοΐας έκανε το λιμάνι της Σύρου λιγότερο σημαντικό (νωρίτερα τα ιστιοφόρα έκαναν πάντα σταθμό στο νησί για ανεφοδιασμό) ενώ και η διώρυγα της Κορίνθου τροποποίησε τους θαλάσσιους δρόμους βορρά νότου και συντέλεσε επίσης στη μείωση της σημασίας του λιμανιού.

Η πιο καίρια περίοδος όμως για την παρακμή της Ερμούπολης ήταν η κατοχή εξαιτίας της πενιχρής αγροτικής παραγωγής του νησιού και της απονέκρωσης του εμπορίου. Τα ιταλικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Σύρο στις αρχές Μαΐου του 1941, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1943 το νησί πέρασε στη δικαιοδοσία των Γερμανών. Τον χειμώνα του 1941-42 χιλιάδες Συριανοί πέθαναν από την πείνα και τις κακουχίες, ενώ συγκλονιστικές περιγραφές από επιζώντες μιλούν για τα κάρα που περνούσαν από τις λαϊκές συνοικίες για να μαζέψουν τους νεκρούς και να τους μεταφέρουν στους ομαδικούς τάφους γύρω από το νεκροταφείο. Στο τέλος του πολέμου, το Νεώριο, η Λέσχη, το Τηλεγραφείο, το Τελωνείο και άλλα κτίρια βομβαρδίστηκαν.

Από την παρακμή σε νέα άνθηση

Τα πρώτα μετακατοχικά χρόνια η Ερμούπολη και η Σύρος στηρίχτηκαν στην περιορισμένη αγροτική παραγωγή και τη λειτουργία των ταρσανάδων, όπου ναυπηγούνταν και συντηρούνταν καΐκια και άλλα μικρά σκάφη. Το ναυπηγείο με περισσότερους από χίλιους εργαζόμενους συντέλεσε στη συγκράτηση του πληθυσμού που μειωνόταν διαρκώς από το 1920 και είχε φτάσει στο κατώτερο σημείο του στην απογραφή του 1971 (13.500 κάτοικοι). Μεταξύ 1951-1971 τα περισσότερα εργοστάσια έκλεισαν και ως το 1990 είχαν κλείσει και οι τελευταίες κλωστοϋφαντουργίες.

Όμως,ιδιαίτερα μετά το 1990 μια νέα ανθηρή περίοδος ξεκινούσε για το νησί. Η Ερμούπολη κατέκτησε μάλλον αναπάντεχα αυξημένη τουριστική κίνηση, κυρίως εσωτερικής προέλευσης και υψηλού μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου. Απέκτησε τη φήμη μιας πόλης - ζωντανού μουσείου χάρη στα εκατοντάδες αρχοντικά ιδιωτικά και δημόσια κτίρια και πλατείες, ενώ ανάλογη ανάπτυξη γνώρισαν και οι μικροί παραθαλάσσιοι οικισμοί του νησιού όπως ο Γαλησσάς, ο Φοίνικας, η Ποσειδωνία, η Βάρη, το Κίνι, οι Αγκαθωπές και άλλοι.


 
Η Ερμούπολη το βράδυ

 

Η Σύρος σήμερα

 

Σήμερα η Σύρος εμφανίζεται ιδιαίτερα αναπτυγμένη οικονομικά, ανάπτυξη που στηρίζεται σε πολλές διαφορετικές πηγές. Καθοριστικά συμβάλλουν ο τουρισμός, η λειτουργία του ναυπηγείου (αν και με μειωμένο συγκριτικά προσωπικό), η υψηλή πλέον αγροτική παραγωγή (κυρίως χάρη στην ύπαρξη δεκάδων θερμοκηπίων), η παρουσία πολλών δημόσιων υπηρεσιών (στη Σύρο υπάρχει πια μόνο ένας δήμος που προέκυψε από την συνένωση των τριών καποδιστριακών του νησιού, ενώ είναι έδρα της Νομαρχίας Κυκλάδων, της Περιφέρειας Νότιου Αιγαίου που περιλαμβάνει τους νομούς Κυκλάδων και Δωδεκανήσου καθώς και του Εφετείου Αιγαίου) και η λειτουργία του τμήματος Μηχανικών Σχεδίασης Προϊόντων και Συστημάτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Επίσης η Σύρος είναι έδρα και του Διοικητικού Πρωτοδικείου Σύρου, το οποίο έχει στην κατά τόπον αρμοδιότητά του όλο το Νομό Κυκλάδων καθώς και το γειτονικό Νομό Σάμου (Σάμος, Ικαρία, Φούρνοι).

 

Η ζωή στην Ερμούπολη παραμένει ζωντανή καθ' όλη τη διάρκεια του χειμώνα και ελάχιστα είναι τα καταστήματα που μένουν ανοιχτά μόνο για την καλοκαιρινή περίοδο.

Facebook Twitter Google+ Pinterest
×

Sign up to keep in touch!

Ενημερωθείτε για τα ειδικά πακέτα και προσφορές του Xenon Apollonos

You can unsubscribe from email list at any time